Εθνικό απολυτήριο: Το «δηλητήριο» που έφερε επτά χρόνια δυστοκίας

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2026

Του Στράτου Στρατηγάκη 
Μαθηματικού - Ερευνητή

Συνεχώς αναβάλλεται η εκκίνηση της διαδικασίας για το Εθνικό Απολυτήριο. Έχουμε πλέον μία καθυστέρηση επτά ετών. Είναι προφανές ότι υπάρχει δυστοκία στις προτάσεις για την καθιέρωσή του.

Έτσι ενώ πριν τρεις μήνες μιλούσαν για αλλαγές μόνο στο Λύκειο και όχι στις Πανελλαδικές, τώρα μπήκε στο τραπέζι και η αλλαγή στο σύστημα πρόσβασης. Ας δούμε ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα που έχουν δημιουργήσει την καθυστέρηση των επτά ετών και την απουσία συγκεκριμένης πρότασης.

Υπάρχει το σύστημα που έχουμε τώρα: ξεχωριστές απολυτήριες εξετάσεις και ξεχωριστές εισαγωγικές εξετάσεις για τα ΑΕΙ. Το βασικό πλεονέκτημά του είναι ότι είναι απολύτως διαφανές, δεν εξαρτάται από παραμέτρους που μπορεί να αλλοιώσουν την αξιοπιστία του, όπως είναι η προσμέτρηση για την εισαγωγή στα ΑΕΙ των βαθμών του σχολείου. Το μειονέκτημά του είναι ακριβώς το ίδιο. Επειδή δεν συμμετέχουν οι βαθμοί του σχολείου η όλη διαδικασία στηρίζεται την εξέταση σε 4 μαθήματα. Αυτό σημαίνει ότι κρίνεται η πορεία του υποψηφίου σε μία “φωτογραφία” της στιγμής. Οι υποψήφιοι που διεκδικούν θέση στις περιζήτητες σχολές προετοιμάζονται χρόνια γι’ αυτή τη στιγμή, με αποτέλεσμα να αδιαφορούν για το σχολείο και να έχουν το πρόβλημα ότι μία ατυχία σε ένα από τα τέσσερα εξεταζόμενα μαθήματα τους αφήνει εκτός στόχων.

Λογικό είναι, λοιπόν, να αναζητείται ένας τρόπος ώστε να αποτυπώνεται στο βαθμό του Εθνικού Απολυτηρίου η συνολική εικόνα του μαθητή στο σχολείο, ώστε να αποκτήσει και μία αξία το σχολείο. Πιστεύω, όμως, ότι είναι λάθος να προσμετρώνται οι βαθμοί και των τριών τάξεων του Λυκείου. Η Α’ Λυκείου είναι τάξη στην οποία οι μαθητές γνωρίζουν τα μαθήματα, διότι υπάρχει μεγάλη διαφορά από το Γυμνάσιο, και βλέπουν ποια τους αρέσουν και που τα καταφέρνουν. Οι βαθμοί των δύο τελευταίων τάξεων αρκούν, όπως γίνεται στο ΙΒ και στην Αγγλία.

Ο συνυπολογισμός των βαθμών των δύο τελευταίων τάξεων για το βαθμό του Εθνικού Απολυτηρίου φαίνεται λογικός. Το επιχείρημα ότι θα έχουν συνέχεια εξετάσεις οι μαθητές και θα εξοντώνονται δεν το θεωρώ λογικό, διότι όσο περισσότερες οι εξετάσεις τόσο λιγότερο κρίσιμη είναι η κάθε εξέταση. Με άλλα λόγια η αποτυχία σε μία εξέταση δεν φέρνει την καταστροφή όπως τώρα, συνεπώς μειώνεται το άγχος. Αν κάποιοι δεν θέλουν πολλές εξετάσεις μένουμε με αυτό που έχουμε τώρα: 4 μόνο μαθήματα και ένα λάθος στις πράξει σε καταδικάζει. Βλέπετε όλα έχουν τα θετικά τους και τα αρνητικά τους.

Εδώ, όμως, ξεκινούν τα δύσκολα, που έχουν σχέση με τη λειτουργία της κοινωνίας μας. Θα πρέπει να μετράνε οι προφορικοί βαθμοί, για να υπάρχει συμμετοχή της λειτουργίας του σχολείου, ώστε να μην ακυρώνεται το σχολείο και θεωρείται μόνο προθάλαμος των ΑΕΙ, όπως θεωρείται σήμερα. Η κοινωνία μας δεν έχει την ωριμότητα να δεχθεί ότι οι καθηγητές των σχολείων θα βαθμολογήσουν αντικειμενικά τους μαθητές τους.

Είναι πάρα πολλές οι αιτίες που η καχυποψία είναι τόσο έντονη στην κοινωνία μας. Ξεκινούν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Πριν από περισσότερα από 100 χρόνια οι δημόσιοι υπάλληλοι απολύονταν με την αλλαγή μιας κυβέρνησης και προσλαμβάνονταν άλλοι, οπαδοί της καινούριας κυβέρνησης. Αυτό έφερε την μονιμότητα στον δημόσιο τομέα ως αντίδραση στην αλλαγή όλου του κρατικού μηχανισμού μετά από την αλλαγή της κυβέρνησης και εξηγεί γιατί αντιδρά ο κόσμος στην άρση της μονιμότητας στον δημόσιο τομέα. Το μέσον, ο μπάρμπας στην Κορώνη, είναι κάτι που είναι βαθιά ριζωμένο στην κοινωνική μας ζωή. Η λειτουργία του κράτους με τους “κολλητούς”, το ‘μαζί τα φάγαμε’ του Θεόδωρου Πάγκαλου (που θα ήταν σωστό αν έλεγε μαζί τα φάγαμε εμείς και οι κολλητοί μας, όχι όλοι), τα δεκάδες σκάνδαλα που μένουν ατιμώρητα. Όλα αυτά έχουν εγκαταστήσει την αντίληψη ότι δεν υπάρχει αξιοκρατία στην Ελλάδα, κάτι, που όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι αληθινό. Όταν σε μία κοινωνία έχει εδραιωθεί η αντίληψη ότι δεν υπάρχει αξιοκρατία, αναμενόμενο είναι να μην εμπιστεύεται κανείς κανέναν.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης που αποτελεί τη συνέπεια της αναξιοκρατίας δηλητηριάζει πολλούς θεσμούς του κράτους μας και, φυσικά, και τη βαθμολογία των μαθητών στο σχολείο. Τη δεκαετία του 80 μετρούσε ο βαθμός του απολυτηρίου Λυκείου για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, κατά 25%. Το αποτέλεσμα ήταν να έχουν όλοι απολυτήριο 20. Καταργήθηκε η προσμέτρηση του απολυτηρίου για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, διότι οδήγησε σε στρέβλωση των βαθμών.

Το 2000 επανήλθε ο συνυπολογισμός της προφορικής βαθμολογίας, αλλά προστέθηκε η προσαρμογή του προφορικού βαθμού στον γραπτό. Αυτό σημαίνει ότι αν ένας μαθητής που είχε προφορικά 18 έγραφε στις Πανελλαδικές 11, τότε το 18 των προφορικών μειωνόταν ώστε να απέχει 3 μονάδες από τον γραπτό και γινόταν 14. Πρόκειται περί πατέντας, που δείχνει ότι οι προφορικοί βαθμοί δεν θεωρούνται αξιόπιστοι.

Έτσι όσοι έγραφαν 11 είχαν τελικά προφορικά 14 και έβγαζαν μέσο όρο 12,5. Αν κάποιος καθηγητής ήταν σωστός και δίκαιος και είχε βάλει 11 στον μαθητή που έγραψε 11, τότε ο υποψήφιος θα είχε μέσο όρο 11 και ο καθηγητής θα ήταν κατηγορούμενος διότι οι υπόλοιποι υποψήφιοι θα είχαν μέσο όρο 12,5, 1,5 μονάδες παραπάνω. Αυτό οδήγησε στον πληθωρισμό των αριστούχων, αυτό που ζούμε κάθε χρόνο στη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου που δίνονται τα βραβεία και τα αριστεία στο μισό σχολείο.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, η εμπιστοσύνη από την κοινωνία στους εκπαιδευτικούς ότι θα βαθμολογήσουν αντικειμενικά. Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο όσο μικρότερος είναι ο τόπος, διότι όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους και οι μισοί είναι συγγενείς. Πώς να βάλεις χαμηλό βαθμό εκεί;

Αυτό δημιουργεί το μεγαλύτερο πρόβλημα στην θεσμοθέτηση του Εθνικού Απολυτηρίου και τα σχέδια επί χάρτου όσο ελκυστικά και αν είναι καταρρέουν. Αν προχωρήσει η θεσμοθέτησή του τότε η πίεση που θα υφίστανται οι εκπαιδευτικοί από τους γονείς από την μία για υψηλούς βαθμούς και από τους διευθυντές τους από την άλλη για αντικειμενική βαθμολογία θα είναι τόσο μεγάλη που θα δημιουργεί πολλά προβλήματα και προστριβές μεταξύ διδασκόντων και γονέων. Οι μεν θα προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους όσο καλύτερα νομίζουν και οι δε θα πιέζουν για όλο και υψηλότερες βαθμολογίες.

Ζώντας σε μία κοινωνία που η εικόνα θεωρείται το παν στην εκπαίδευση η εικόνα είναι  ο βαθμός. Οι γονείς θα πιέζουν συνεχώς διότι θα φροντίζουν για την εικόνα του παιδιού τους. Ποιος νοιάζεται για το τι ξέρει το παιδί; Κανείς.

Το επόμενο πρόβλημα είναι η τράπεζα θεμάτων. Πρόκειται για μία πρόταση του ΟΟΣΑ που υποβλήθηκε στην ελληνική κυβέρνηση τον καιρό των μνημονίων, με σκοπό να έχουμε έναν φθηνό τρόπο που θα εισάγει την εξωτερική αξιολόγηση στις προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις. Η τράπεζα θεμάτων είναι καλή ιδέα στις εξετάσεις πιστοποίησης γνώσεων, όπως είναι οι προαγωγικές και οι απολυτήριες εξετάσεις και εντελώς ακατάλληλη για τις Πανελλαδικές, που αποτελούν διαγωνισμό συμπλήρωσης θέσεων και είναι απαραίτητο να είναι κοινά τα θέματα, αφού υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των υποψηφίων.

Η υλοποίηση της τράπεζας θεμάτων, όπως αυτή εφαρμόζεται μέχρι τώρα, είναι πολύ κακή, λένε οι εκπαιδευτικοί, διότι τα θέματα δεν έχουν τον ίδιο βαθμό δυσκολίας. Για να εξισορροπηθεί αυτό  δίνεται η δυνατότητα στους καθηγητές να επιλέγουν ένα από τα τρία θέματα που προκύπτουν κάθε φορά από την ηλεκτρονική κλήρωση. Πρόκειται για τη ομολογία αποτυχίας της τράπεζας θεμάτων. Η δυνατότητα επιλογής του ενός μεταξύ τριών θεμάτων σημαίνει ή ότι οι καθηγητές δεν ολοκληρώνουν την ύλη (αναμενόμενο με τα χιλιάδες κενά) ή ότι τα θέματα δεν είναι κατάλληλα σταθμισμένα ως προς τον βαθμό δυσκολίας, οπότε μπορεί να κληρωθούν θέματα ακατάλληλα. Η δυνατότητα των καθηγητών να επιλέγουν ένα εκ των τριών που κληρώνονται αποτελεί την προσπάθεια να μην έχουμε ακραίες καταστάσεις.

Η προφορική βαθμολογία και η μέχρι στιγμής υλοποίηση της τράπεζας θεμάτων αποτελούν σοβαρά προβλήματα που δεν επιτρέπουν μέχρι τώρα την καθιέρωση ενός σοβαρού και αξιόπιστου Εθνικού Απολυτηρίου, όσο καλές προθέσεις και αν υπάρχουν.

https://www.naftemporiki.gr/society/2066411/ethniko-apolytirio-to-dilitirio-poy-efere-epta-chronia-dystokias/