αύξηση μεγέθους επαναφορά μείωση μεγέθους Αποσύνδεση

Αντισυνταγματικές οι πανελλήνιες;

του Στράτου Στρατηγάκη

 

Δημοσιεύτηκε 25/5/2008

 

Ανοίγει ο διάλογος για το εξεταστικό από το Σεπτέμβριο, ανακοίνωσε ο Υπουργός Παιδείας κ. Στυλιανίδης, εν μέσω πανελληνίων εξετάσεων. Προς τι το εξεταστικό, έρχεται αυθόρμητα η ερώτηση. Οι εισαγωγικές εξετάσεις για τις Ανώτατες Σχολές είναι μία διαδικασία... αντισυνταγματική. Το άρθρο 16 του συντάγματος, που ακόμη ισχύει, αναφέρει: «Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια.» Αν λοιπόν ένας 18χρονος έχει το Απολυτήριο Λυκείου, θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα εγγραφής στη σχολή της αρεσκείας του. Είναι γνωστό ότι η μετάβαση από τη μία βαθμίδα στην άλλη γίνεται με την απόκτηση του τίτλου σπουδών της προηγούμενης βαθμίδας. Με το απολυτήριο του Δημοτικού εγγράφεται ο μαθητής στο Γυμνάσιο, μεταβαίνει δηλαδή από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στη δευτεροβάθμια. Το ίδιο γίνεται και από τη μετάβαση από το Γυμνάσιο στο Λύκειο. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πόσο νόμιμη είναι η βάση του 10. Ο υποψήφιος που αποκλείεται διαθέτει απολυτήριο λυκείου, θέσεις υπάρχουν στις Ανώτατες Σχολές κι όμως του απαγορεύεται η πρόσβαση κατά παράβαση, όπως πιστεύω, του συντάγματος.
Η αλήθεια είναι ότι το κράτος δεν θέλει να πληρώνει για την τριτοβάθμια εκπαίδευση όλων. Έτσι με το πρόσχημα της προστασίας των πτυχιούχων από τον υπερκορεσμό, βάζει φραγμούς στις σπουδές. Ο φραγμός αποτελεί πρόσχημα και όχι αιτία, γιατί βλέπουμε κάθε χρόνο να καθορίζεται ο αριθμός των εισακτέων, όχι με κριτήριο την ορθολογική τους κατανομή στις διάφορες επιστήμες, αλλά τον καθορισμό τους με κριτήριο την χωροταξική κατανομή των φοιτητών στην περιφέρεια για την οικονομική της ενίσχυση. Το ζήτημα μας έχει απασχολήσει πολλές φορές στο παρελθόν και ο αναγνώστης έχει πειστεί για την κατανομή των εισακτέων με κριτήρια διαφορετικά από τις επιθυμίες σπουδών των υποψηφίων φοιτητών. Έτσι το Υπουργείο Παιδείας βρίσκεται να ασκεί... οικονομική πολιτική με δύο τρόπους: κατανομή των χρημάτων των οικογενειών των φοιτητών στην περιφέρεια και δημιουργία μεγάλου αριθμού πτυχιούχων, που άλλοτε δημιουργεί μεγάλο πλεόνασμα (π.χ. φιλόλογοι) και άλλοτε δημιουργεί μεγάλο έλλειμμα (π.χ. δάσκαλοι). Η πραγματικότητα είναι βέβαια ότι έχουμε τόσους πτυχιούχους που δεν μπορεί να απορροφήσει η οικονομία μας, σε θέσεις εργασίας σχετικές με τις σπουδές τους. Έτσι λοιπόν το Υπουργείο Παιδείας παρεμβαίνει στην αγορά εργασίας βγάζοντας την ίδια στιγμή την ουρά του απέξω, αφού δεν ορίζει επαγγελματικά δικαιώματα στα πτυχία των σχολών που το ίδιο ίδρυσε. Το αποτέλεσμα είναι πολλές φορές οι πτυχιούχοι να μη μπορούν να εργαστούν και να βάλουν στην πράξη τις γνώσεις που απέκτησαν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Υπό το βάρος των μεταβολών που επιφέρει στην αγορά εργασίας, αφού καθορίζει την προσφορά πτυχιούχων, αποσυνδέει το πτυχίο από την εργασία.
Αν λοιπόν είναι άσχετο θέμα οι σπουδές και η εργασία των πτυχιούχων, τότε οφείλει να αφήσει ελεύθερες τις σπουδές οι οποίες δεν θα έχουν καμία σχέση με το επάγγελμα. Θα πρέπει δηλαδή να αφήσει όσους θέλουν να σπουδάσουν στην Ιατρική, προσέξτε δε λέω να τελειώσουν. Να εισαχθούν λέω. Από όσους τελειώσουν θα βρουν εργασία μόνο όσοι μπορούν να απορροφηθούν από την αγορά εργασίας. Οι υπόλοιποι θα καταδικαστούν στην ανεργία ή την ετεροαπασχόληση.
Αν από την άλλη επιμένει να βάζει περιορισμούς στην εισαγωγή, τότε θα πρέπει να φροντίζει για την αντιστοιχία σπουδών και επαγγέλματος, όχι με τρόπο απόλυτο (κάθε πτυχιούχος να απαιτεί θέση εργασίας αντίστοιχη με τις γνώσεις του) αλλά να κρατά κάποιες ισορροπίες, ώστε να μην οδηγεί σε αδιέξοδα τους νέους πτυχιούχους και τις οικογένειές τους.

Απαραίτητη η αλλαγή.

Αν δεχτούμε την ύπαρξη οποιουδήποτε περιορισμού στην εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τότε πρέπει απαραίτητα να αλλάξει το σύστημα εισαγωγής. Έχει δίκιο η κυβέρνηση που ανακοινώνει την πρόθεσή της για αλλαγή. Το ισχύον σύστημα,  σε μόλις εννέα χρόνια εφαρμογής του, έκλεισε τον κύκλο του, όχι γιατί δεν ήταν δίκαιο, αλλά γιατί οι δύο υπουργοί παιδείας που διαδέχτηκαν τον κ. Αρσένη, που καθιέρωσε αυτό το σύστημα και δεν ολοκλήρωσε την εφαρμογή του με βάση τον αρχικό του σχεδιασμό, το άλλαξαν τόσο πολύ που έχασε το νόημά του. Έγινε πολύπλοκο, χωρίς λόγο, και απαιτεί πλέον εξελιγμένη στρατηγική επιτυχίας. Οι ώρες που πρέπει να αφιερώσει ο υποψήφιος για την εκμάθησή του είναι πολλές και χωρίς νόημα. Με τον περιορισμό των 9 μαθημάτων σε έξι παρουσιάστηκε πιο έντονο το φαινόμενο να εισάγονται υποψήφιοι σε τμήματα έχοντας εξεταστεί μόνο σε ένα κοινό μάθημα, την έκθεση. Τα διαφορετικά μαθήματα για να εισαχθούν δύο υποψήφιοι στο ίδιο τμήμα δημιουργούν πρόβλημα αξιοπιστίας στο σύστημα. Ακόμη σε πολλά τμήματα εισάγονται υποψήφιοι χωρίς να έχουν εξεταστεί και διδαχθεί βασικά μαθήματα του τμήματος. Παράδειγμα οι υποψήφιοι της τεχνολογικής κατεύθυνσης που εισάγονται στα τμήματα χημείας, χωρίς να έχουν διδαχθεί τη χημεία ούτε στη Β ούτε στη Γ Λυκείου, ως μάθημα κατεύθυνσης.
Από τα 494 τμήματα του μηχανογραφικού δελτίου μόνο στα 195 η ζήτηση θέσεων ξεπέρασε την προσφορά. Αν δηλαδή μετρήσουμε πόσοι υποψήφιοι δήλωσαν ως πρώτη επιλογή τα τμήματα θα δούμε ότι στα 195 αυτοί ήταν περισσότεροι από τις θέσεις. Θα μπορούσε λοιπόν για κάποια τμήματα να υπάρχει διαδικασία επιλογής (τα περιζήτητα 195) και στα υπόλοιπα να μπορούν να εισαχθούν ελεύθερα οι κάτοχοι του απολυτηρίου λυκείου.

Είναι απαραίτητες οι πανελλήνιες εξετάσεις;

Όπου υπάρχει επιλογή είναι απαραίτητες οι εξετάσεις, γιατί στην Ελλάδα ζούμε και πολλά έχουν δει τα μάτια μας και ακούσει τα αυτιά μας. Ως κοινωνία δεν διαθέτουμε την απαραίτητη ωριμότητα να πράξουμε το λογικό, δηλαδή να αφήσουμε τα πανεπιστήμια να διαλέξουν τους φοιτητές τους με τα δικά της κριτήρια η κάθε σχολή. Να ορίσει δηλαδή ποιες γνώσεις πρέπει να έχει ο υποψήφιος για να μπορέσει να παρακολουθήσει το πρόγραμμα σπουδών της.  Το Υπουργείο Παιδείας δεν επιτρέπει στα πανεπιστήμια να επιλέξουν ούτε τον αριθμό των φοιτητών που θα εκπαιδεύσουν, πόσο μάλλον ποιες γνώσεις πρέπει να διαθέτουν. Είναι πολύ σωστή η άποψη για την αποσύνδεση του Λυκείου από τη διαδικασία εισαγωγής, μένει να δούμε τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμοστεί. Ένα άλλο σημείο που δημιουργεί αμφιβολίες είναι ότι αυτή η κυβέρνηση θα σχεδιάσει το νέο σύστημα και η επόμενη θα κληθεί να το εφαρμόσει, αφού η παρούσα τετραετία δεν αρκεί. Δεν μας έχουν συνηθίσει οι πολιτικοί μας σε τόσο... μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς.

© Στράτος Στρατηγάκης.

© Στράτος Στρατηγάκης